Breaking

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Επιτρέπεται να κάνουμε κατάληψη στο σχολείο, αν το αποφασίσουμε με δημοκρατικές διαδικασίες;

Όχι. Σύμφωνα με το νόμο η κατάληψη δημόσιου χώρου είναι παράνομη πράξη.

Ποινικός Κώδικας, άρθρο 334, παρ. 3:
«Όποιος εισέρχεται παράνομα σε κατάστημα ή χώρο δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή επιχείρησης κοινής ωφέλειας ή παραμένει στους χώρους αυτούς παρά τη θέληση της υπηρεσίας που τους χρησιμοποιεί, της οποίας τη θέλησή του δηλώνει ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο υπάλληλός της, και προκαλεί έτσι διακοπή ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών»
Καταλήψεις

Μπορεί να επέμβει η αστυνομία για να ανοίξει πόρτες ή να συλλάβει άτομα την ώρα της κατάληψης;

Ναι, δεν υπάρχει άσυλο στο σχολείο. Το αδίκημα της κατάληψης δημόσιου χώρου είναι αυτεπάγγελτο, που σημαίνει ότι η αστυνομία μπορεί να επέμβει οποτεδήποτε. Σύμφωνα, όμως, με εγκύκλιο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (28-09-2011) η αστυνομία πρέπει κατά την επέμβαση να αποφεύγει τη σύλληψη ανήλικων μαθητών και να συλλαμβάνει τους εξωσχολικούς ενήλικες δράστες.

Εγκύκλιος Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, 28/09/2011

«Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται συχνά το φαινόμενο της καταλήψεως των σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από μερίδα μαθητών. Αυτοί, που κατά κανόνα αποτελούν οργανωμένες μειοψηφίες, ασφαλίζουν τις εισόδους τους σχολείου τους και παρεμποδίζουν την είσοδο τόσο των συμμαθητών τους όσο και του διδακτικού προσωπικού. (…) Όμως, οι συμπεριφορές αυτές κατά τις καταλήψεις στα σχολεία λαμβάνουν τη μορφή ποινικά κολάσιμων πράξεων όπως είναι της διατάραξης οικιακής ειρήνης, της απρόκλητης φθοράς πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος και της κλοπής. Επειδή τα εγκλήματα αυτά διώκονται αυτεπάγγελτα, είναι αυτονόητη η εισαγγελική παρέμβαση μέσω των αστυνομικών αρχών τόσο για την βεβαίωση των εγκλημάτων όσο και την εξακρίβωση των στοιχείων των δραστών τους. Στο πλαίσιο αυτό, να ζητείται η συμβολή των εκπαιδευτικών του σχολείου οι οποίοι κατά κανόνα γνωρίζουν την ταυτότητα όσων πρωταγωνιστούν στις καταλήψεις. Σε εξαιρετικές και σοβαρές περιπτώσεις επιβάλλεται να ακολουθείται και η αυτόφωρη διαδικασία σε βάρος εξωσχολικών ενήλικων δραστών. Αντίθετα, η αυτόφωρη διαδικασία σε βάρος ανήλικων μαθητών πρέπει να αποφεύγεται. Σε κάθε περίπτωση εξεζητημένης εγκληματικής συμπεριφοράς από ανήλικους μαθητές να ερευνάται και η τυχόν συνδρομή των όρων του εγκλήματος της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκου από τους γονείς τους».
Καταλήψεις

Επιτρέπεται να «κόβονται» εκδρομές και περίπατοι επειδή κάναμε κατάληψη;

Ναι. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου, το κόψιμο περιπάτων και εκδρομών είναι η πρώτη επιλογή που πρέπει να κάνουν οι καθηγητές για να καλύψουν τις χαμένες ώρες λόγω κατάληψης.

Υπ. Απόφαση Γ2/6657/20-11-1997
«Οι διδακτικές ώρες που χάνονται λόγω καταλήψεων καλύπτονται οπωσδήποτε με περιορισμό ή κατάργηση κατ` αρχήν των σχολικών περιπάτων και των πολυήμερων εκδρομών. Σε περίπτωση που αυτό δεν αρκεί για την κάλυψη των ωρών , αξιοποιούνται οι αργίες που μεσολαβούν μέχρι την λήξη του διδακτικού έτους (Σάββατα, εορτές και διακοπές Χριστουγέννων και του Πάσχα). Τέλος σε περιπτώσεις παρατεταμένης κατάληψης το ΥΠ.Ε.Π.Θ. εξετάζει και το ενδεχόμενο παράτασης του διδακτικού έτους στο συγκεκριμένο σχολείο»

—————————————————————————————————————

Νόμος του Κράτους οι νέες διατάξεις για τις δημόσιες συγκεντρώσεις – Δημοσιεύθηκε ο Νόμος 4703/2020 για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις

Τι προβλέπεται για τη γνωστοποίηση, τις υποχρεώσεις των διοργανωτών, τους περιορισμούς, τη διάλυση και τις κυρώσεις

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο πολυσυζητημένος Νόμος 4703/2020 Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου, σκοπός είναι η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά τρόπον ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής.

Μεταξύ άλλων, στις τελικές διατάξεις του Νόμου προβλέπεται:

Υποχρέωση γνωστοποίησης (Άρθρο 3)

1. Ο οργανωτής οφείλει να γνωστοποιήσει στην κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή, την πρόθεσή του να καλέσει το ευρύ κοινό ή ορισμένες κατηγορίες προσώπων ή αριθμό συγκεκριμένων ατόμων να συμμετάσχουν σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

2. Η γνωστοποίηση γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικά μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας της Ελληνικής Αστυνομίας και υποβάλλεται εγκαίρως πριν από την πραγματοποίηση της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, τον χρόνο έναρξης και τον εκτιμώμενο χρόνο λήξης, τον σκοπό, καθώς και το προτεινόμενο δρομολόγιο της συνάθροισης. Δεν οφείλεται γνωστοποίηση για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις που πραγματοποιούνται για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς και της επετείου της 17ης Νοεμβρίου.

3. Αυθόρμητη ή έκτακτη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δεν έχει γνωστοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 επιτρέπεται, εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή καλεί τους συμμετέχοντες να ορίσουν οργανωτή, εφόσον οι υφιστάμενες συνθήκες το επιτρέπουν, ενώ δύναται να επιβάλει περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 8.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτούς, καθώς και με την υποχρέωση ορισμού οργανωτή, η αστυνομική ή λιμενική αρχή δύναται να προβεί στη διάλυση της ανωτέρω συνάθροισης ενημερώνοντας αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

4. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται ειδική ιστοσελίδα, μέσω της οποίας παρέχεται ενημέρωση στους πολίτες για τις προγραμματισμένες ή τρέχουσες συναθροίσεις και λοιπές εκδηλώσεις, καθώς και τις σχετιζόμενες με αυτές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Με όμοια απόφαση προβλέπονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας της ιστοσελίδας και κάθε αναγκαίο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.

Υποχρεώσεις οργανωτή (Άρθρο 4)

Ο οργανωτής της συνάθροισης υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο.

Ιδίως, ο οργανωτής της συνάθροισης: α) συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή και ιδίως με τον Αστυνομικό ή Λιμενικό Διαμεσολαβητή και συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους παρέχοντας τη συνδρομή του στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης και την ομαλή πραγματοποίηση της συνάθροισης,

β) ενημερώνει τους μετέχοντες στη συνάθροιση για την υποχρέωσή τους να μην φέρουν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας και ζητά την παρέμβαση της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής για την απομάκρυνση ατόμων που φέρουν τέτοια αντικείμενα,

γ) ορίζει επαρκή αριθμό ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης.

Αστυνομικός – Λιμενικός Διαμεσολαβητής (Άρθρο 5)

1. Κατά τη διεξαγωγή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων ορίζεται αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής ως «Αστυνομικός Διαμεσολαβητής» ή «Λιμενικός Διαμεσολαβητής» κατά περίπτωση, ο οποίος αποτελεί τον σύνδεσμο της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής με τον οργανωτή, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή και σύμφωνη με τον νόμο διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης.

2. Ο Αστυνομικός ή Λιμενικός Διαμεσολαβητής μεριμνά:

α) για τη δημιουργία άμεσης επαφής μεταξύ του επικεφαλής της δύναμης της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής, η οποία παρίσταται κατά τη διεξαγωγή της δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης και του οργανωτή και β) για την άμεση και διαρκή συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ της αστυνομικής ή λιμενικής αρχής και του οργανωτή.

Υποχρεώσεις της αστυνομικής και λιμενικής αρχής (Άρθρο 6)

Η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή οφείλει να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι σε δημόσιο υπαίθριο χώρο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 1.

Προς τον σκοπό αυτόν και σε συνεργασία με τον οργανωτή, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Απαγόρευση (Άρθρο 7)

1. Επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση μπορεί να απαγορευθεί αν: α) επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, λόγω ιδιαιτέρως πιθανής διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων, ιδίως, κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ιδιοκτησίας και της πολιτειακής εξουσίας ή β) απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής σε ορισμένη περιοχή ή γ) πρόκειται για δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ο σκοπός της οποίας αντιτίθεται προς τον σκοπό ήδη προγραμματισμένης γνωστοποιηθείσας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 και μη απαγορευθείσας συνάθροισης που πραγματοποιείται ή βρίσκεται σε εξέλιξη στην ίδια περιοχή ή εγγύς της ίδιας περιοχής και κατά το αυτό χρονικό διάστημα.

2. Στις περ. β) και γ) της παρ. 1 η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 υποδεικνύει ενδεικτικά, εφόσον είναι εφικτό, ως εναλλακτικές επιλογές, άλλες περιοχές, κατάλληλες για την πραγματοποίηση της συνάθροισης.

3. Η απόφαση για την απαγόρευση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης κοινοποιείται στον οργανωτή εγκαίρως πριν από τον αιτηθέντα για την πραγματοποίησή της χρόνο.

4. Για τη λήψη της απόφασης περί απαγόρευσης, όπως και για την επιβολή περιορισμών σύμφωνα με το άρθρο 8 σε γνωστοποιηθείσα δημόσια υπαίθρια συνάθροιση λαμβάνονται υπόψη ιδίως: (α) ο εκτιμώμενος αριθμός συμμετεχόντων, (β) η περιοχή πραγματοποίησής της, (γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής.

Περιορισμοί (Άρθρο 8)

1. Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, εάν πιθανολογείται ότι η διεξαγωγή της θα διαταράξει δυσανάλογα την κοινωνικοοικονομική ζωή της συγκεκριμένης περιοχής, λόγω ιδίως των ειδικότερων κυκλοφοριακών και άλλων ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών.

2. Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν η διεξαγωγή της προκαλεί δυσανάλογα μεγάλη διατάραξη στην κοινωνικοοικονομική ζωή της περιοχής, λόγω ιδίως του αριθμού των συμμετεχόντων και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις ειδικότερες κυκλοφοριακές και άλλες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες

Διάλυση (Άρθρο 9)

1. Η διάλυση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που βρίσκεται σε εξέλιξη δύναται να διαταχθεί, εάν: α) πραγματοποιείται παρά την έκδοση απόφασης απαγόρευσης του άρθρου 7 ή β) οι συμμετέχοντες δεν συμμορφώνονται προς τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν σε σχέση με αυτή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 ή γ) μετατρέπεται σε βίαιη με τη διάπραξη σοβαρών αξιόποινων πράξεων, όπως επιθέσεων κατά προσώπων, εμπρησμών, φθορών δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, βιαιοπραγιών κατά της αστυνομικής δύναμης και ιδίως σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί και εμπρηστικοί μηχανισμοί, φωτοβολίδες, αιχμηρά αντικείμενα ή από τη συνέχισή της προκαλείται άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής ή σωματική βλάβη ή δ) πραγματοποιείται χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου.

2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1, η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί προς τούτο κάθε νόμιμο, πρόσφορο, αναγκαίο και ανάλογο με τις περιστάσεις μέσο, εφόσον προηγουμένως δεν έχει καταστεί δυνατή η εκούσια συμμόρφωση και αποχώρηση των συμμετεχόντων σε συνάθροιση.

Αρμοδιότητα αστυνομικής και λιμενικής αρχής (Άρθρο 10)

1. Αρμόδια για την απαγόρευση επικείμενης δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης είναι η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή με σύμφωνη γνώμη του οικείου προέδρου πρωτοδικών, η οποία παρέχεται το αργότερο έως είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από την έναρξη της επικείμενης δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, και απλή γνώμη των οικείων Δημάρχων ή των υπεύθυνων Προέδρων ή Διευθυνόντων Συμβούλων δημοσίων φορέων διαχείρισης και εκμετάλλευσης λιμένων, η οποία διατυπώνεται εγγράφως ή σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορικά και μνημονεύεται στη σχετική απόφαση. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου τεκμαίρεται, ότι η σύμφωνη γνώμη έχει παρασχεθεί.

2. Αρμόδια για την επιβολή περιορισμών επικείμενης ή εν εξελίξει δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης είναι η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή με απλή γνώμη του οικείου Δημάρχου ή των υπεύθυνων Προέδρων ή Διευθυνόντων Συμβούλων δημοσίων φορέων διαχείρισης και εκμετάλλευσης λιμένων, η οποία διατυπώνεται εγγράφως ή σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορικά και μνημονεύεται στη σχετική απόφαση.

3. Αρμόδια για τη διάλυση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι η κατά τόπον αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή με σύμφωνη γνώμη του παριστάμενου αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών. Σε κατεπείγουσες και σοβαρές περιπτώσεις διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως, σε περιπτώσεις διάπραξης εγκλημάτων κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ή σε περιπτώσεις γενικευμένων επεισοδίων, εφόσον δεν παρίσταται αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών, η απόφαση διάλυσης της συνάθροισης λαμβάνεται από τον επικεφαλής της αστυνομικής ή λιμενικής δύναμης με παράλληλη αμελλητί ενημέρωση του αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών.

4. Η απόφαση απαγόρευσης ή επιβολής περιορισμών σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη και αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής. Εάν εκδοθεί προφορική εντολή, συντάσσεται το συντομότερο δυνατό πρακτικό, στο οποίο περιλαμβάνεται ειδική αιτιολογία τόσο για την αιτία που επέβαλε την έκδοση της διαταγής όσο και για τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η έκδοση σχετικής έγγραφης απόφασης.

Ενημέρωση εισαγγελικής αρχής (Άρθρο 11)

1. Οι αποφάσεις και το πρακτικό της παρ. 4 του άρθρου 10 κοινοποιούνται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

2. Σε περίπτωση έκδοσης της προφορικής εντολής της παρ. 4 του άρθρου 10, ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών ενημερώνεται άμεσα από τον επικεφαλής της αστυνομικής ή λιμενικής δύναμης.

Ποινικές κυρώσεις και αστική ευθύνη (Άρθρο 13)

1. Όσοι αλλοιώνουν ή επιχειρούν να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.

2. Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 4.

3. Η διάταξη της παρ. 2 εφαρμόζεται αναλογικά και για τον οργανωτή της παρ. 3 του άρθρου 3.

Σημαντικοί είναι και οι ορισμοί του άρθρου 1 του Νόμου, σύμφωνα με τους οποίους:

1. «Δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η σταθερή ή κινούμενη συνάθροιση προσώπων, προσωρινής διάρκειας, που πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση σε ανοικτό, μη περιτοιχισμένο χώρο, για τον ίδιο σκοπό, ιδίως για από κοινού διαμαρτυρία, προβολή απόψεων, διατύπωση αιτημάτων οποιουδήποτε χαρακτήρα ή λήψη σχετικών αποφάσεων.

2. «Σταθερή συνάθροιση» είναι η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, της οποίας η έναρξη, η διάρκεια και η λήξη πραγματοποιούνται στον ίδιο, ανοιχτό, μη περιτοιχισμένο χώρο.

3. «Κινούμενη συνάθροιση» ή «πορεία» είναι η πεζή ή εποχούμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία πραγματοποιείται με μετακίνηση των συμμετεχόντων ή μέρους των συμμετεχόντων σε συγκεκριμένη οδική διαδρομή.

4. «Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, που πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση, με αφορμή την επέλευση συγκεκριμένου αιφνίδιου γεγονότος, κοινωνικής σημασίας.

5. «Έκτακτη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση» είναι η συνάθροιση της παρ. 1, όταν πραγματοποιείται ένεκα απρόβλεπτου, τρέχοντος ή επικείμενου γεγονότος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3.

6. «Διατάραξη» είναι η εξαιτίας της συνάθροισης σοβαρή παρεμπόδιση της κίνησης των πολιτών και γενικά η διασάλευση της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας περιοχής.

7. «Διάλυση» είναι η διακοπή της διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης και η εκούσια ή μη απομάκρυνση των συναθροισθέντων, κατόπιν προφορικής ή γραπτής διαταγής της παριστάμενης αστυνομικής αρχής προς τους συμμετέχοντες στη συνάθροιση να απομακρυνθούν.

8. «Οργανωτής» είναι το φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων που απευθύνει πρόσκληση προς το ευρύ κοινό για συμμετοχή σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση ή ο οριζόμενος ως οργανωτής στο πλαίσιο της υποχρέωσης γνωστοποίησης του άρθρου 3.

Δείτε αναλυτικά το Νόμο 4703/2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου