Breaking


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Μεταξύ σφύρας και άκμονος η Ελλάδα

Μεταξύ σφύρας και άκμονος η ΕλλάδαΑπό την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, η ελληνική διπλωματία ακροβατεί πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί έχοντας να αντιμετωπίσει δύο σοβαρά ζητήματα. Το πρώτο είναι ζήτημα αρχών. Ο ελληνισμός, η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν υποστεί από το 1974 μια επίθεση της Τουρκίας στην Κύπρο, που είχε αποτέλεσμα την κατάληψη του βόρειου τμήματος του νησιού. Η παράνομη -κατά το Διεθνές Δίκαιο- ενέργεια αυτή της Τουρκίας συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα, δηλαδή, δεν θα μπορούσε ποτέ να στηρίζει νομικά, ηθικά, πολιτικά και διπλωματικά μια ενέργεια, όπως η εισβολή μιας χώρας σε μια άλλη.

Είναι ο ίδιος λόγος που υπαγορεύει στην Ελλάδα να μην αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο αποσκίρτησε από τον σερβικό κορμό, όπως ήταν θεσμικά κατοχυρωμένος στο Σύνταγμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, αλλά και στο συνταγματικό καθεστώς της Δημοκρατίας της Σερβίας ως συνιστώσα του κράτους της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Στη διεθνή πολιτική υπάρχουν ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν συναισθηματικά ή στη βάση ιστορικών δεσμών και διαχρονικών σχέσεων. Είναι δεδομένη η ιστορική σχέση του ελληνισμού με το ρωσικό στοιχείο. Αυτή η σχέση άρχισε πολύ νωρίς, όταν ο εκχριστιανισμός των Ρώσων επί Βλαδίμηρου του Α' του Κιέβου έδωσε τη σκυτάλη στη δημιουργία της ρωσικής γραφής από τους απεσταλμένους του Βυζαντίου, Μεθοδίου, αλλά και του τότε εκτελούντος χρέη υπουργού Εξωτερικών με σύγχρονα δεδομένα, Κυρίλλου.

Η στιβαρή αυτή σχέση κρατά μέχρι σήμερα, παρά τις αναποδιές της ιστορίας. Ήταν τα Ορλωφικά μία σοβαρή κρίση σε αυτήν τη διμερή ιστορική σχέση το 1870, ήταν αυτά που επακολούθησαν της έκρηξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Όλα αυτά τα ιστορικά ζητήματα, που άφησαν πίσω τους τραύματα, ερωτήματα αλλά και πληγές, ξεπεράστηκαν. Είναι οι πολιτισμικές σχέσεις, είναι η καθημάς Ανατολή, είναι η Ορθοδοξία.

Όλα αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω εξηγούν το ένα μέρος της εξίσωσης. Διότι, το άλλο τμήμα αυτής της εξίσωσης έχει να κάνει με τον πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο κόσμο μας.

Είναι φανερό πως η Δύση υπέπεσε σε ένα κορυφαίο αξιακά και πολιτικά ατόπημα. Μολονότι δεσμεύτηκε, το 1994, διά της υπογραφής των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας να μην επεκταθεί το ΝΑΤΟ και άρα η απειλή προς τη Ρωσία, η Δύση σε μία εκδήλωση απίστευτης πολιτικής αναξιοπιστίας και ιδιαίτερα επιθετικής νοοτροπίας επέκτεινε το ΝΑΤΟ περικυκλώνοντας τη Ρωσία από Δυσμάς. Όμως, στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας υπήρχε και υπάρχει ένας χώρος, τον οποίο κανένας Ρώσος πολιτικός, Δεξιός ή Αριστερός, δημοκρατικός ή απολυταρχικός, τσαρικός ή σοβιετικός δεν θα μπορούσε να αγνοήσει. Ο χώρος αυτός είναι η Ουκρανία.

Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, προέβη την Κυριακή σε μία άνευ προηγουμένου σκληρή επίθεση κατά του πολιτικού κατεστημένου στην Ελλάδα. Χωρίς περιστροφές και χωρίς διπλωματικές αναστολές, η κ. Ζαχάροβα κατηγόρησε την Αθήνα για συστηματική άσκηση παραπληροφόρησηης για ό,τι συμβαίνει στην Ουκρανία.

Η ελληνική κυβένρηση επίσημα δεν είχε απαντήσει μέχρι το βράδυ της Κυριακής. Ανεπισήμως ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Τάκης Θεοδωρικάκος, απάντησε εκ μέρους της κυβέρνησης σε τηλεοπτική εκπομπή. Αργά το βράδυ το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, διά στόματος του εκπροσώπου του, Αλέξανδρου Παπαϊωάννου, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι πολιτική αρχών και βασίζεται διαχρονικά στον πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου». Επισήμανε, δε, ότι «η Ελλάδα συναποφασίζει και δεσμεύεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στους Διεθνείς Οργανισμούς, στους οποίους μετέχει, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Ο εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ υπογράμμισε ότι «είναι καταδικαστέα κάθε προσπάθεια, από όπου και εάν προέρχεται, προβολής ψευδών ειδήσεων και παραπληροφόρησης, η οποία αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης» και συνέχισε λέγοντας πως «οι πρόσφατες δηλώσεις της εκπροσώπου του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και οι αναρτήσεις της ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα είναι δυστυχώς απαράδεκτες. Δεν συνάδουν με τη διπλωματική πρακτική, καθώς και με τους ιστορικούς δεσμούς που ενώνουν τους λαούς της Ελλάδας και της Ρωσίας».

Καταληκτικά, ο κ. Παπαϊωάννου επισήμανε πως «η Ελλάδα θα ευχόταν να διατηρηθούν οι ιστορικές σχέσεις και η συμπεριφορά της Ρωσίας να κινήτο προς αυτή την κατεύθυνση».

Είναι φανερό πως η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση, την ώρα που ο βασικός αντίπαλος της Ελλάδας στον γεωγραφικό χώρο που βρισκόμαστε, ένας αντίπαλος που αμφισβητεί καθημερινά κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου, η Τουρκία, ασκεί μια πολιτική ίσων αποστάσεων, η οποία δίνει το δικαίωμα στην Άγκυρα -έστω σε επίπεδο εντυπώσεων- να διεκδικεί, άκουσον, ρόλο διαμεσολαβητή και κεντρικού διαπραγματευτή.

Είναι, επίσης, φανερό πως η Ελλάδα ως μικρή χώρα δεν έχει πολλά περιθώρια ελιγμών. Έχει, ωστόσο, ανάγκη στηριγμάτων προκειμένου να αντιμετωπίσει έναν επιθετικότατο και βουλημικό γείτονα. Σε αυτήν τη συγκυρία, η Αθήνα είναι υποχρεωμένη να βαδίζει όντως πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, επιχειρώντας να διατηρήσει ισορροπίες. Συνηθίζεται στα διπλωματικά σαλόνια να λέγεται πως όταν τσακώνονται τα βουβάλια, την πληρώνουν τα βατράχια. Μπορεί αισθητικά να μην είναι μια καλοστημένη φράση όσον αφορά στα διεθνή διπλωματικά δεδομένα, ωστόσο, είναι μια εξαιρετικά πραγματιστική προσέγγιση για το τι συμβαίνει στον σύγχρονο κόσμο μας.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να κατανοήσει πως στη σύγχρονη πραγματικότητα πρέπει οι ταγοί μιας χώρας, και μάλιστα μικρής και απειλούμενης, να προκρίνουν πολιτικές και τακτικές κινήσεις, που τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον δεν θα απομονώνουν ούτε θα αποδυναμώνουν τα διπλωματικά της ατού. 

Όπως το γιουγκοσλαβικό ζήτημα πριν από 20 χρόνια, έτσι και το ουκρανικό σήμερα υποχρεώνουν την Ευρώπη και εμάς τους ίδιους, με τη διπλή ιδιότητα του Ευρωπαίου και του Έλληνα πολίτη, να αντιμετωπίσουμε τους ιστορικούς εκβιασμούς με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις αρχές της Δημοκρατίας, του αυτοπροσδιορισμού και της ανεξαρτησίας. Μία απλή ανάγνωση των κειμένων της Φιλικής Εταιρείας, η οποία ως γνωστόν «φιλοξενήθηκε» στην Οδησσό, αγκάλιασε τον ελληνισμό στη Ρωσία, εμπιστεύτηκε την ελληνική διασπορά στην τότε Δύση αλλά και στην καθημάς Ανατολή, μία απλή ανάγνωση θα μας έδειχνε τον δρόμο και θα μας επέτρεπε να βγούμε από το σκότος, στο οποίο μας καταδικάζει η φρίκη του πολέμου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου