Breaking


Τρίτη 31 Μαΐου 2022

Τα αξέχαστα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων – Όταν πίναμε νερό από λάστιχο και μετρούσαμε μπάνια και παγωτά

Είμαστε ένα βήμα πριν κλείσουν τα σχολεία και τα παιδιά ανυπομονούν να αρχίσουν και επίσημα οι εξορμήσεις στις παραλίες,  το παιχνίδι, τα μπάνια στη θάλασσα, αλλά και τα παγωτά.

Μέσα από αυτήν εποχή κάνουμε μία αναδρομή και στα δικά μας καλοκαίρια, που κάπως ήμασταν πιο ξέγνοιαστοι. Είναι πολλές φορές μέσα στην καθημερινότητά μας που νοσταλγούμε αυτές τις στιγμές, τις πιο ανέμελες. Σε αυτές τις στιγμές που μετρούσες τα παγωτά και τα μπάνια και έπαιζες κουτσό θα μας ταξιδέψει το παρακάτω κείμενο.

«Λένε πως καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις, από τις φορές που ανατρέχεις στο παρελθόν και σε αναμνήσεις παλιές. Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί, όμως, να είναι και η νοσταλγία που νιώθεις για κάτι πραγματικά όμορφο, αθώο, ανέμελο (ενίοτε και ριψοκίνδυνο) του τότε, που σήμερα λείπει. Κι αν έχεις παιδί, τότε οι διαφορές των δικών σου παιδικών χρόνων με των δικών του, είναι που σου φέρνουν μια μικρή μελαγχολία.

Ο κόσμος αλλάζει.

Και πόσο παράξενο αυτό ακούγεται, όταν σε εμάς τα καλοκαίρια δεν υπήρχε χρόνος. Υπήρχε μόνο πρωί, μεσημέρι ανάπαυσης και βράδυ. Ούτε ώρα, μα ούτε και ημερομηνία. Η μόνη φορά που μας ενδιέφερε πόσο του μηνός έχουμε, ήταν μόνο για κάποιο πανηγύρι που περιμέναμε με ανυπομονησία.

Αλλά ας θυμηθούμε τι κάναμε ως παιδιά τα καλοκαίρια:

Μετράγαμε παγωτά και μπάνια

Κλασικά. Το μέτρημα για τα παγωτά ξεκινούσε συνήθως από την Κυριακή του Πάσχα, που τρώγαμε το πρώτο. Και συνεχιζόταν όλο το καλοκαίρι. Τρώγαμε και δύο παγωτά την ημέρα.

Εννοείται, δε, πως στο μέτρημα η κλεψιά πήγαινε σύννεφο και φτάναμε να μετράμε και 200 παγωτά ο καθένας.

Κάπως έτσι ήταν και με τα μπάνια.  Οι Κυριακές ήταν πάντα αφιερωμένες στη θάλασσα, ενώ τις καθημερινές αν οι γονείς δεν είχαν δουλειές στα κτήματα, πηγαίναμε.

Δεν υπήρχε ωράριο

Ξυπνάγαμε αργά. Συνήθως, γύρω στις 10 το πρωί, πίναμε το γάλα και φεύγαμε για παιχνίδι. Επειδή, ο ήλιος ήταν ντάλα, συνήθως καθόμασταν σε σπίτι ή σε κάποια αποθήκη ή υπόστεγο και παίζαμε χαλαρά ή κουβεντιάζαμε και λέγαμε και τα αισθηματικά μας.

Το μεσημέρι μετά το φαγητό ήταν η ώρα της ανάπαυσης.

Το απόγευμα βγαίναμε για παιχνίδι όλα τα παιδιά της γειτονιάς και την κατάσταση τη λες και λίγο… ημί-άγρια. Αγόρια και κορίτσια παίζαμε μαζί. παίζαμε ποδόσφαιρο στα χωράφια που είχαν θερίσει και θυμάμαι τα πόδια μας να είναι όλο γρατσουνιές από τις καλαμιές που είχαν μείνει.

Κάναμε ποδήλατο (βάζαμε και κουτάκι για να κάνει και θόρυβο σαν αγωνιστικό), παίζαμε σχοινάκι, λάστιχο, κουτσό, κρυφτό, χαμένο θησαυρό, κυνηγητό, αλλά και παιχνίδια δικής μας έμπνευσης. Το, δε, παιχνίδι κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ.

Αλλά οι αναμνήσεις, εννοείται δε σταματούν εδώ.

Τρώγαμε καρπούζι και φτύναμε τα κουκούτσια. Μάλιστα κάναμε και διαγωνισμό ποιος θα ρίξει πιο μακριά το κουκούτσι.

Σκαρφαλώναμε στα δέντρα

Αν δεν είχαμε κερασιές στο σπίτι μας, κανένα πρόβλημα. Πηγαίναμε στου γείτονα και κλέβαμε κεράσια. Άλλοι κρατούσανε τσίλιες και οι υπόλοιποι μάζευαν κεράσια. Τα βάζαμε στη μπλούζα μας και φεύγαμε

Πίναμε νερό από το λάστιχο

Σκέτη απόλαυση. Περιμέναμε, βέβαια, να τρέξει πρώτα λίγο το νερό, να φύγει το ζεστό που έκαιγε από τον ήλιο και η πράσινη γλίτσα που έβγαζε το λάστιχο και μετά πίναμε στη σειρά όλα τα παιδιά.

Τρώγαμε χτυπητό αυγό. Μη μου πεις, δεν ξέρεις τι είναι. Λοιπόν, χτυπάγαμε καλά τον κρόκο του αυγού με ένα κουτάλι (γεμάτο γεμάτο) ζάχαρη κι ένα κουτάλι κακάο και γινόταν μια αφράτη κρέμα που τότε την έτρωγα με απόλαυση.

Τρώγαμε μία φέτα ζυμωτό ψωμί, την οποία βρέχαμε με νερό και ρίχναμε πάνω ζάχαρη και κακάο. Ή σκέτο με ζάχαρη.

Τρώγαμε τηγανόψωμα από το ζυμάρι που είχε περισσέψει από το ψωμί που είχε ζυμώσει η μαμά.

Πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και πιάναμε βατράχια.

Τσακωνόμασταν με τα παιδιά του άλλου μαχαλά. Υπήρχαν και… βεντέτες.

Κάναμε τηλεφωνικές πλάκες.

Περιμέναμε πώς και πώς το πανηγύρι του χωριού. Γουρουνοπούλα, χορός, παιχνίδια. Βάζαμε και τα καλά μας.

Τρώγαμε τα απογεύματα βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο). Ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας μέσα σε κρύο νερό. Απόλαυση.

Πίναμε σπιτική βυσσινάδα

Τα βράδια μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και λέγαμε ιστορίες, κυρίως τρόμου. Πολλά κορίτσια, τα καλοκαίρι κένταγαν. Έπρεπε να φτιάξουν την προίκα τους. Και άλλα μάθαιναν να μαγειρεύουν και να κάνουν σωστά τις δουλειές του σπιτιού.

Στη θάλασσα, δε, όταν πηγαίναμε, ήμασταν μικροί Ούνοι. Κάναμε βουτιές από τα βραχάκια, ψάχναμε για αχινούς, κάναμε πατητή ο ένας στον άλλον.

Το καλοκαίρι τα αγόρια είχαν κάνει δεύτερη φύση τους τις στολές Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού και ΑΕΚ. Κι επειδή φορούσαμε και τα ρούχα των μεγαλύτερων αδελφών, έβλεπες και κορίτσια με φανέλα Μαυρίδη! Αμ, πως.

Βέβαια, τα κορίτσια δεν αποχωρίζονταν τα ξύλινα τσόκαρα και τα σανδάλια με τα πολύχρωμα κορδόνια που έδεναν μέχρι το γόνατο. Και αυτό όταν φορούσαμε παπούτσια, διότι την περισσότερη μέρα τρέχαμε ξυπόλητα»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου