Breaking


Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Δραπέτης ο πλούτος-ευμετά­βλητα τ’ ανθρώπινα μηδαμινότερα κι από το μηδέν

Share

Πρόλογος

Οι δύο λόγοι «Εις Ευτρόπιον» του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (354-407) είναι αναμφισβήτητα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα τόσο της ρητορικής δεινότητος όσο και της ποιμαντικής δεξιοτεχνίας τού μεγάλου ιεράρχη. Αλλά ποιός ήταν ο Ευτρόπιος;

Ένας ευφυής και πανούργος αυλικός, που είχε κατορθώσει με τέχνασμα να δώσει ως σύζυγο στον τότε αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408) την Ευδοξία, πανέμορφη κόρη στρατιωτικού. Κερδίζοντας έτσι την εύνοια της νεαρής αυτοκράτειρας, αναρριχήθηκε στην εξουσία και σύντομα έγινε πρωθυπουργός. Πανίσχυρος και ασύδοτος καθώς ήταν, χρησιμοποιούσε αδίσταχτα κάθε μέσο για να ικανοποιεί την αχαλίνωτη φιλοδοξία και την ακόρεστη πλεονεξία του.

Ο λαός τον μισούσε και ο ιερός Χρυσόστομος ασκούσε δριμύτατο έλεγχο των παρανομιών και των εγκλημάτων του. Ένα από τα μέτρα που είχε πάρει ο Ευτρόπιος για την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων ήταν και η κατάργηση του ασύλου των ναών. Οι οδυνηρές συνέπειες όμως αυτού του μέτρου τι τραγική ειρωνεία!-έπληξαν πρώτα τον ίδιο.

Γιατί σύ­ντομα τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Το 399, αφού το ποτήρι της λαϊκής αγανακτήσεως ξεχείλισε, ο Αρκάδιος με αποφασιστική επέμ­βαση του στρατού, αποφάσισε την καθαίρεση του άνομου πρωθυπουργού, που εγκαταλείφθηκε αμέ­σως απ’ όλους. Κυνηγημένος από τον μανιασμένο όχλο, που διψούσε για εκδίκηση, και βλέποντας να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του, κατέφυγε στο ναό των Αγίων Αποστόλων και γαντζώθηκε έντρομος στην αγία Τράπεζα.

Ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης, αφού με παρέμβασή του στον αυτοκράτορα εξασφάλισε το δικαίωμα της ασυλίας, ανέβηκε στον άμβωνα του ναού και εκ­φώνησε τον πρώτο «Εις Ευτρόπιον» λόγο του, με τον οποίο κατόρθωσε να τιθασεύσει την παραφορά τού λαού και να σώσει τη ζωή τού έκπτωτου αξιωματούχου. Λίγες μέρες αργότερα ο Ευτρόπιος προσπάθησε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Το πλήθος τον αναγνώρισε και τον συνέλαβε. Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτό το γεγονός, ο άγιος ιεράρχης εκφώνησε τον δεύτερο «Εις Ευτρόπιον» λόγο του.

Τα αποσπάσματα των δύο λόγων σε ελεύθερη απόδοση επικεντρώνονται σε τρία θέματα: α) την ακατάβλητη δύναμη της Εκ­κλησίας, που είναι το ασφαλές καταφύγιο όλων, β) τη ματαιότητα της παρούσης ζωής και γ) το πνεύ­μα της αγωνιστικότητος και αυτοθυσίας που πρέ­πει να διακρίνει τον επίσκοπο σε κάθε εκκλησιαστικό ζήτημα, έστω και δευτερεύον.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

«Εις Ευτρόπιον»

Λόγος Α΄

ΠΑΝΤΟΤΕ, μα ιδιαίτερα τώρα, είναι κατάλληλη η στιγμή για να πούμε: «Όλα είναι μάταια, ματαιότητα και πάλι ματαιότητα» (Εκκλ. 1:2). Πού τώρα η λαμπρή αρχοντική στολή; Πού οι κρότοι και οι χοροί και οι συγκεντρώσεις; Πού οι επευφημίες στα ιπποδρόμια και οι κολακείες των θεατών; Όλα έφυγαν. Φύσηξε ξαφνικά αέρας, έρι­ξε τα φύλλα κι έδειξε το δέντρο γυμνό, να σαλεύ­εται σύγκορμο και να κινδυνεύει να ξεριζωθεί. Πού τώρα οι επίπλαστοι φίλοι; Πού τα γλέντια; Πού η συμμορία των παρασίτων; Πού τα καλύτερα κρασιά, που χύνονταν ολοήμερα, και οι ποικίλες τέ­χνες των μαγείρων; Πού οι γλυκόλογοι κι εξυπηρετικοί δουλόφρονες; Νύχτα ήταν όλα κι όνειρο. Και μόλις ξημέρωσε, εξαφανίστηκαν. Ανθη ήταν εαρινά και μαράθηκαν. Σκιά ήταν και πέρασε. Καπνός ήταν και διαλύθηκε. Σαπουνόφουσκα ήταν κι έσκασε.

Αράχνη ήταν κι έσπασε. Να γιατί πάντα καταλήγουμε στο συμπέ­ρασμα: «Όλα είναι μάταια, ματαιότητα και πάλι ματαιότητα». Δεν σου έλεγα συχνά-πυκνά, Ευτρόπιε, πως εί­ναι δραπέτης ο πλούτος; Εσύ όμως δεν με ανεχό­σουν. Δεν σου έλεγα πως είναι αχάριστος δούλος; Να που το απέδειξαν τα πράγματα.
Όταν εσύ μου έκανες επανειλημμένες παρατη­ρήσεις, επειδή έλεγα την αλήθεια, δεν σε βεβαίωνα πως σ’ αγαπούσα περισσότερο από τους κόλα­κες; Αν υπέφερες τα δήθεν τραύματά μου, δεν θα σου προκαλούσαν τα προσποιητά φιλήματα εκείνων τούτον τον όλεθρο. Οι πληγές από μένα προ­ξενούν υγεία, ενώ τα δικά τους φιλήματα σου χάλ­κεψαν αρρώστια ανίατη.

Πού είναι τώρα οι κεραστές σου; Πού όσοι σου έπλεκαν μύρια εγκώμια; Χάθηκαν, αρνήθηκαν τη φιλία, κοιτάζουν να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους. Αλλά δεν φερνόμαστε έτσι εμείς. Δεν σ’ εγκαταλείπαμε, όταν θύμωνες. Και τώρα που έπεσες, σε περιμαζεύουμε και σε συντρέχουμε. Η Εκκλησία, που την πολέμησες, άνοιξε την αγκαλιά της και σε δέχτηκε.Αντίθετα, τα θέατρα που υποστήριζες, αυτά που για χάρη τους αγανακτούσες και τά ’βαζες μαζί μας, σε πρόδωσαν και σε καταβαράθρωσαν. Εμείς ποτέ δεν πάψαμε να σε προειδοποιούμε: “Τί κάνεις; Έτσι που πολεμάς την Εκκλησία, βαδίζεις στην καταστροφή!”. Μα δεν έδινες σημασία… Και οι μεν ιπποδρομίες εξανέμισαν τον πλούτο σου και ακόνισαν το ξίφος εναντίον σου· η Εκκλησία όμως, που γνώρισε την άδικη μα­νία σου, βάζει τώρα τα στήθη της για να σε αποσπάσει από τα δίχτυα τού θανάτου.

Τα λέω τούτα όχι για να ριχτώ πάνω στον πε­σμένο, αλλά για ν’ ασφαλίσω τους όρθιους. Όχι για να ξύσω τις πληγές του τραυματισμένου, αλλά για να διατηρήσω άτρωτους τους άλλους. Δεν κα­ταποντίζω αυτόν που θαλασσοδέρνεται, αλλά εκπαιδεύω όσους τώρα πλέουν με ούριο άνεμο, ώ­στε σε ώρα τρικυμίας να μην τους καταπιεί το νε­ρό. Ας έχουμε πάντοτε στο νου μας, πόσο ευμετά­βλητα είναι τ’ ανθρώπινα. Αν αυτός φοβόταν με­ταβολή, δεν θα πάθαινε μεταβολή. Τ’ ανθρώπινα είναι μηδαμινότερα κι από το μηδέν.

Γιατί ποιός, αλήθεια, ήταν ανώτερός του; Δεν ήταν αυτός ο πλουσιότερος της οικουμένης; Δεν ήταν ο πιο ισχυρός από τους ισχυρούς; Δεν τον έτρεμαν όλοι; Ωστόσο, να που έγινε αθλιότερος κι από τους φυ­λακισμένους κι από τους δούλους κι από τους φτωχούς που πεινάνε, γιατί απειλείται με σπαθιά κοφτερά, με δήμιους, με εκτέλεση. Ούτε καν θυμάται την προηγούμενη κατάσταση της ευτυχίας. Βρίσκεται μέσα σε πυκνό σκοτάδι, μέρα μεση­μέρι. Όσο και να προσπαθήσουμε, δεν θα καταφέ­ρουμε να παραστήσουμε το πόσο βασανίζεται, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή τον θάνατο… Τί χρειάζονται τα δικά μου λόγια, αφού ο ίδιος μας τα παρουσιάζει ζωντανά; Από χθες, που πή­γαν να τον συλλάβουν και πρόστρεξε στ’ Αγια, έχει μορφή απολιθωμένου απ’ τον φόβο, πρόσω­πο νεκρού, φωνή σπασμένη. Τρέμει σύγκορμος. Τα δόντια του χτυπούν από την αγωνία. Αυτά τα λέω όχι για να τον χλευάσω, επαναλαμβάνω, αλλά για να σας γαληνέψω και να δείξε­τε επιείκεια. Αρκετές ήταν, σαν τιμωρία του, οι συμφορές που τον βρήκαν ως τώρα. Πολλοί απάνθρωποι μας κατηγορούν, γιατί τον δεχτήκαμε μέσα στο ιερό Βήμα.

Περιγράφω την κα­τάντια του για να τους μαλάξω την αστοργία. Αγανακτούν, επειδή κατέφυγε στην Εκκλησία αυτός, που την πολέμησε ακατάπαυστα. Μα γι’ αυτό ακριβώς να δοξάζουμε τον Θεό! Τον έφερε σε τέτοια ανάγκη, ώστε έμαθε και τη δύναμή της και τη φιλανθρωπία της! Έμαθε τη δύ­ναμή της, γιατί έμεινε αήττητη στον πόλεμο που της κήρυξε, ενώ αφανίστηκε εκείνος. Έμαθε και τη φιλανθρωπία της, γιατί, μολονότι την αντιμετώπι­σε άδικα και σκληρά, αυτή έγινε τώρα ασπίδα και τον καλύπτει. Τον ασφαλίζει κάτω απ’ τις φτερούγες της και τον ζεσταίνει μέσα στην αγκάλη της. Δεν του κρατάει κακία. Τούτο είναι το λαμπρό­τερο τρόπαιο, η περιφανέστερη νίκη. Έπιασε αιχμάλωτο τον εχθρό και τον σπλαχνίζεται, τη στιγμή που όλοι τον εγκατέλειψαν έρημο.

Σαν μά­να τρυφερή τον έκρυψε μέσα στα ρούχα της, μην υπολογίζοντας τον βασιλικό θυμό και τη λαϊκή οργή. Τούτο είναι το στολίδι που κοσμεί την αγία Τράπεζα. «Τί στολίδι μας λες;», διαμαρτύρεσθε. «Τον ασεβή και πλεονέκτη και άρπαγα ν’ ακουμπάει στο Θυ­σιαστήριο;». Μην ξεστομίζετε τέτοια λόγια, παρα­καλώ, γιατί και η πόρνη ακούμπησε τα πόδια τού Ιησού. Και τούτο όχι μόνο δεν ήταν έγκλημα ενα­ντίον Του, αλλά θαύμα και ύμνος μεγάλος. Γιατί δεν έβλαψε τον καθαρό η ακάθαρτη. Απεναντίας, την ακόλαστη και μυσαρή τη μετέβαλε σε καθαρή ο άσπιλος και άμωμος. Μη μνησικακείτε, άνθρωποί μου. Είμαστε δούλοι Εκείνου που, ενώ σταυρωνό­ταν, έλεγε: «Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23:34). “Μα αυτός”, λέτε, “κατάργησε το άσυλο με νό­μο”. Ναι, αλλά να που πρώτος έλυσε τον νόμο, κι έγινε θέαμα της οικουμένης! Χωρίς ν’ αρθρώσει λέ­ξη, φωνάζει σ’ όλους: “Μην κάνετε ό,τι έκανα, για να μην πάθετε ό,τι έπαθα!”. Έγινε έτσι δάσκαλος με τη δική του συμφορά…

Λάμπει εξαίσια το Θυσιαστήριο, έχοντας δεμένο το λιοντάρι. Κι εσείς, που προστρέξατε, είσαστε μάρτυρες ότι δεν υπερβάλλω στα λόγια. Λαμπρή σήμερα η συγκέντρωση. Μόνο το Πά­σχα είδα τόσο κόσμο! Η σιωπή του σας συγκάλεσε σαν βροντόφωνη σάλπιγγα. Οι γυναίκες αφήσατε τα σπίτια. Οι άνδρες αφήσατε την αγορά. Όλοι τρέξατε ν’ αντικρύσετε γυμνή τη μηδαμινότητα των ανθρώπινων πραγμάτων. Και η πορνική όψη, που μέχρι χθες ακτινοβολούσε φαιδρή, άλλαξε σήμερα, σαν να της σφούγ­γισε η μεταβολή τα καλλυντικά. Έτσι γίνεται με τους πλεονέκτες: Ευημερούν πρόσκαιρα, και μετά υποφέρουν θλίψη αβάσταχτη.

Τι μεγάλη δύναμη έχει η δυστυχία αυτή! Τον επι­σημότερο και μακαριότερο απ’ όλους, τον έκανε να φαίνεται ελεεινότερος απ’ όλους. Αν μπει πλούσιος εδώ, κερδίζει πολλά. Διαπι­στώνει πως έχει πέσει από τόσο ύψος εκείνος, που ως τώρα έσειε την οικουμένη· πως είναι πιο συμμαζεμένος και δειλός από λαγό και βάτραχο· πως είναι καρφωμένος χωρίς δεσμά σε τούτο το κολονάκι, και αντί γι’ αλυσίδα περισφίγγεται από τον φόβο. Με όλ’ αυτά υποχωρεί η φλεγμονή της απληστίας και πέφτει ο αέρας του πλούσιου, που, φιλοσοφώντας για τα επίγεια, φεύγει, αφού μάθει στην πράξη ό,τι διακηρύσσει η Γραφή: «Κάθε άν­θρωπος είναι σαν το χορτάρι, και η δόξα του φευ­γαλέα σαν το αγριολούλουδο· το χορτάρι ξεραίνε­ται κι ο ανθός μαραίνεται και πέφτει» (Ησ. 40:6-7).
Επίσης, «Οι μέρες του χάθηκαν σαν καπνός» (Ψαλμ. 101:4) και πολλά άλλα. Ο φτωχός πάλι, μπαίνοντας και αντικρύζοντας το θέαμα, δεν λυπάται πια τον εαυτό του.

Αντίθε­τα, καλοτυχίζει τη φτώχεια, γιατί του είναι άσυλο και λιμάνι γαλήνιο και τείχος ασφαλές. Προτιμάει να μείνει στην κατάστασή του, παρά ν’ απολαύσει για λίγο τα πάντα και υστέρα να διακινδυνεύσει και τη ζωή του ακόμα. Βλέπετε ότι δεν πήγε άδικα η συγκέντρωσή μας εδώ, αλλά έγινε αιτία μεγάλου κέρδους και σε πλούσιους και σε φτωχούς, και σε άσημους και σε επίσημους, και σε δούλους και σε ελεύθερους; Βλέπετε ότι καθένας φεύγει αποκομίζοντας φάρμακα, και θεραπεύεται από το θέαμα τούτο και μόνο;

Αραγε σας κατεύνασα το πάθος; Έδιωξα την οργή; Έσβησα την απανθρωπιά; Σας έφερα σε συμπάθεια; Το πιστεύω. Το δείχνουν τα πρόσωπά σας και οι πηγές των δακρύων! Αφού λοιπόν οι πέτρινες καρδιές σας μεταβλή­θηκαν σε εύφορο αγρό, ελάτε τώρα να βλαστήσουμε καρπό ευσπλαχνίας, να επιδείξουμε στάχυ μεστωμένο από αγαθοσύνη. Ας πάμε όλοι μαζί στον καλό μας αυτοκράτορα. Ας πάμε για χάρη τής Εκκλησίας, για χάρη του θυσιαστηρίου, παρακαλώντας τον να χαρίσει έναν άνδρα στην αγία Τράπεζα. Και αυτός θα το αποδεχθεί και ο Θεός θα το επαινέσει.

Ήδη, βέβαια, έχει καταπραϋνθεί ο θυμός του και, παρά την εκδικητική απαίτηση του εξαγριωμένου στρατού, αυτός τον έχει συγχωρή­σει σαν άνθρωπο. Ο βασιλιάς τον σπλαχνίστηκε. Κι ενώ προσβλή­θηκε, δεν μνησικάκησε. Εσείς, που δεν πάθατε τί­ποτα, πώς δείξατε τέτοιο μίσος; Πώς, όταν λυθεί όλη αυτή η παράσταση, θα πλησιάσετε στα ιερά Μυστήρια και θα πείτε την προσευχή, «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», χωρίς να τον έχετε συγχωρήσει; Εντάξει. Αδίκησε πολύ. Δεν διαφωνώ. Μα τώρα είναι καιρός όχι δικαστηρίου, αλλά ελέους· όχι ανακρίσεως, αλλά συγχωρήσεως· όχι καταδίκης, αλλά συμπάθειας.

Ας μη δυσφορεί κανείς. Μάλλον ας δεηθούμε στον φιλάνθρωπο Θεό να του δώσει παράταση ζωής, ώστε να μετανοήσει και να ξεπλυθεί από τις αμαρτίες του. Έτσι, με την πράξη μας αυτή, και τα δικά μας πλημμελήματα θα σβήσουμε και την Εκκλησία θα τιμήσουμε. Μα κι η οικουμένη θα θαυμάσει και θα διακηρύξει τη φιλανθρωπία τής πόλης μας. Για να καρπωθούμε λοιπόν τόσα αγαθά, ας σώ­σουμε τον ικέτη.

Πηγή: «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (16): Λόγοι εις Ευτρόπιον», Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής]*


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου